αφτί

Αισθητήριο όργανο με ειδικές λειτουργίες δέκτη των ηχητικών ερεθισμάτων και αντίληψης της θέσης της κεφαλής στον χώρο· το α. συμβάλλει επίσης στη διατήρηση της ισορροπίας του σώματος. Ανατομικά διακρίνεται σε έξω, μέσο και έσω α.: το πρώτο περιλαμβάνει το πτερύγιο και τον έξω ακουστικό πόρο, το δεύτερο την κοιλότητα του τύμπανου και εξαρτημένες κατασκευές, ενώ το έσω α. αποτελείται από τον λαβύρινθο. Το πτερύγιο αποτελείται από ένα ινοχονδρώδες πέταλο, το οποίο με την παρεμβολή ενός λεπτότατου στρώματος (που σε μερικά σημεία δεν υπάρχει) κυτταρολιπώδους συνδετικού ιστού σχηματίζει μια δερμική επένδυση· μια αναδίπλωση αυτής της τελευταίας σχηματίζει το λοβίο του α.· στο πτερύγιο είναι προσαρτημένοι μερικοί σύνδεσμοι και υποτυπώδεις μύες. Ο έξω ακουστικός πόρος ανοίγεται στο κέντρο του πτερυγίου και προχωρεί προς το μέσο α. διαγράφοντας ένα ακανόνιστο τόξο με το κοίλο προς τα κάτω και πίσω, είναι ινοχόνδρινης κατασκευής στο έξω του μέρος, ενώ πιο βαθιά είναι σκαμμένος μέσα στο κροταφικό οστό· στη δερμική του επένδυση περιέχονται πολυάριθμοι αδένες που εκκρίνουν τη χαρακτηριστική κυψέλη. Το έσω άκρο του ακουστικού πόρου αποφράσσεται από τον τυμπανικό υμένα, μεμβράνη ινώδους κατασκευής που καλύπτεται στην έξω επιφάνεια από ένα λεπτό επιδερμικό στρώμα, και στην εσωτερική από τον βλεννογόνο της τυμπανικής κοιλότητας· κατά την ωτοσκοπική εξέταση ο τυμπανικός υμένας φαίνεται να έχει ένα απαλό χρώμα γκρι μαργαριταριού και παρουσιάζει χαρακτηριστικά μεγάλης διαγνωστικής σημασίας. Η τυμπανική κοιλότητα έχει σχήμα αμφίκοιλου φακού και βρίσκεται μέσα στο κροταφικό οστό· φυσιολογικά είναι γεμάτη αέρα που προέρχεται από τον φάρυγγα μέσω της ευσταχιανής ή ακουστικής σάλπιγγας, που ανοίγεται στο πρόσθιο τοίχωμά της και είναι οστεομεμβρανώδους κατασκευής. Η τυμπανική κοιλότητα εξάλλου επικοινωνεί με τις μαστοειδείς κυψέλες μέσω της εισόδου στο άντρον (aditus ad antrum). Μέσα στην τυμπανική κοιλότητα περιέχεται μια αλυσίδα από μικρά οστάρια που ανάλογα με το σχήμα τους ονομάζονται σφύρα, άκμων και αναβολεύς· το πρώτο από αυτά ακουμπά στον τυμπανικό υμένα, ενώ η βάση του αναβολέα κλείνει τέλεια την ωοειδή θυρίδα, άνοιγμα που βρίσκεται μεταξύ της τυμπανικής κοιλότητας και του λαβύρινθου, που στα οστάρια ενεργούν μύες: ο μυς του αναβολέα και ο μυς της σφύρας ή τένοντας του τύμπανου. Στο έσω τοίχωμα της τυμπανικής κοιλότητας εξάλλου υπάρχει και μια άλλη επικοινωνία με τον λαβύρινθο, η στρογγυλή θυρίδα που ανοίγεται στην τυμπανική κλίμακα του κοχλία και αποφράσσεται από έναν υμένα, το δευτερεύον τύμπανο. Από λειτουργικής πλευράς, πτερύγιο και ο έξω ακουστικός πόρος συλλέγουν τα ηχητικά κύματα και τα συγκεντρώνουν πάνω στον τυμπανικό υμένα, ο οποίος δονείται με συχνότητες που ποικίλλουν από 16 έως 20.000 περιόδους ανά δευτερόλεπτο. Η αλυσίδα των οσταρίων, με την ενέργεια των μυών του αναβολέα και της σφύρας, μπορεί να τροποποιήσει την τάση του υμένα, έτσι που να προσαρμόζεται στον χαρακτήρα των ηχητικών κυμάτων που δέχεται· συγχρόνως τα οστάρια μεταδίδουν τις δονήσεις του τύμπανου στην έξω λέμφο του λαβύρινθου μέσω του υμένα της ωοειδούς θυρίδας. Ο τυμπανικός υμένας και η αλυσίδα των οσταρίων έχουν πολύ μεγάλη σημασία για την οξύτητα της ακουστικής λειτουργίας, αλλά όχι απαραίτητα επειδή τα ηχητικά κύματα μπορούν να φτάσουν στο έσω α. ακόμα μέσω της οστέινης οδού. Οι δονήσεις της έξω λέμφου, που οφείλονται στις δονήσεις του υμένα της ωοειδούς θυρίδας, και σε ορισμένες περιπτώσεις και του υμένα της στρογγυλής θυρίδας, αντιπροσωπεύουν το φυσιολογικό ερέθισμα για τη διέγερση των τριχωτών νευρεπιθηλιακών κυττάρων του οργάνου του Κόρτι· αυτά τα αισθητήρια κύτταρα (ακουστικά κύτταρα), που είναι περίπου 16.000, μετατρέπουν την κινητική ενέργεια των δονήσεων της έξω λέμφου σε νευρωθήσεις, οι οποίες μεταδίδονται στα διπολικά κύτταρα του Κόρτι που είναι διατεταγμένα μέσα στον κοχλία από τη βάση μέχρι την κορυφή του γύρω από τον άξονά του. Οι κεντρικές αποφυάδες των διπολικών κυττάρων σχηματίζουν το λεγόμενο ακουστικό νεύρο. Εκτός από τις ωτίτιδες, οι συχνότερες παθήσεις του α. είναι οι δερματοπάθειες του πτερυγίου ή του ακουστικού πόρου, η επώδυνη δοθιήνωσή του, η παθολογία των ξένων σωμάτων που εισχωρούν στον ακουστικό πόρο, ιδίως των παιδιών, και το βύσμα κυψελίδας. Αυτό το τελευταίο οφείλεται στη συσσώρευση της έκκρισης των κυψελιδογόνων αδένων στον ακουστικό πόρο και συνήθως βρίσκεται πιεσμένο στο βάθος, εξαιτίας ακατάλληλων χειρισμών· το ξένο σώμα που σχηματίζεται έτσι μπορεί να προκαλέσει ελάττωση της ακουστικής οξύτητας, αίσθημα ανωμάλων θορύβων ακόμα και ιλίγγους. ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΦΤΙΟΥ
* * *
το
1. μέλος του σώματος, όργανο της ακοής
2. λαβή, χερούλι δοχείου, σάκου κ.λπ.
3. «αφτιά του παπουτσιού...», «...του γιλέκου» κ.λπ.
ταινίες που χρησιμεύουν για να συνδέουν δύο άκρα ή να ρυθμίζουν το πλάτος
4. φρ. α) «μπήκαν ψύλλοι στ' αφτιά του» — άρχισε να υποψιάζεται
β) «έριξε τ΄ αφτιά» ή «κατέβασε τ' αφτιά» — ταπεινώθηκε
γ) «έφεξαν τ' αφτιά του» — αδυνάτισε πολύ
δ) «δεν ιδρώνει τ' αφτί του» — δεν συγκινείται ή δεν φοβάται
ε) «χρεώθηκε ως τ' αφτιά» — έχει μεγάλα χρέη
στ) «απ' τ' αφτί και στον δάσκαλο» (για προσαγωγή με τη βία ή άμεσο κολασμό)
ζ) «του 'δωσε στ' αφτιά» — τον χτύπησε ή του έκανε σκληρή επίθεση
η) «έχουν κι οι τοίχοι αφτιά» (για να μη λέγονται μυστικά με δυνατή φωνή)
θ) «είμαι όλος αφτιά» — ακούω με προσοχή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Όπως φαίνεται από την ετυμολογία που ακολουθεί, ο ορθός τρόπος γραφής της λ. είναι αφτί (όχι αυτί). Ο τ. προέκυψε ως εξής: τα ωτία > τα uτiα (με τροπή του -ν- σε ημίφωνο -u-) > ταuτια > τἀυτία > τἀφτιά > αφτιά και έπειτα και εν. αφτί. (Ανάλογο σχηματισμό πρβλ. στο αβγό)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αφτί — το βλ. αυτί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ήχος — Διάδοση σε ένα ελαστικό μέσο των ταλαντώσεων που μεταδίδει σε αυτό ένα ταλαντούμενο σώμα (ηχητική πηγή). Συνήθως ή. ονομάζεται και το αποτέλεσμα που παράγεται από τις ελαστικές ταλαντώσεις στο εσωτερικό αφτί. Για το φυσιολογικό ανθρώπινο αφτί, το …   Dictionary of Greek

  • ακουστική — Το σύνολο των φαινομένων που έχει σχέση με την ακοή. Επίσης, επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενό της το σύνολο των φαινομένων, που έχουν σχέση με τις ελαστικές ταλαντώσεις και περιλαμβάνει: 1) Το τμήμα της φυσικής που εξετάζειτα ηχητικά… …   Dictionary of Greek

  • ακούω — (Α ἀκούω) (νεοελλ. και ακούγω) 1. έχω την αίσθηση τής ακοής, αντιλαμβάνομαι με το αισθητήριο τής ακοής 2. αντιλαμβάνομαι κάτι με το αφτί, φθάνει στα αφτιά μου κάποιος ήχος 3. πληροφορούμαι, μαθαίνω κάτι άμεσα ή έμμεσα, γνωρίζω, «φθάνει κάτι στ’… …   Dictionary of Greek

  • ους — το (ΑΜ οὖς, ὠτός, Α επικ. τ. και οὖας, οὔατος, και δωρ. τ. ὦς) 1. μέλος τού σώματος, όργανο τής ακοής, το αφτί (α. «αἲ γὰρ δή μοι ἀπ οὔατος ὧδε γένοιτο», Ομ. Ιλ. β. «καὶ ἀφεῑλεν αὐτοῡ τὸ οὖς τὸ δεξιόν», ΚΔ) 2. (συνεκδ. με ρ. σε φρ.) η αίσθηση τής …   Dictionary of Greek

  • ακοή — Αίσθηση, χάρη στην οποία γίνονται αντιληπτά τα ηχητικά ερεθίσματα, τα οποία προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον, οφείλονται σε ταλαντώσεις ηχογόνων σωμάτων και διαδίδονται διαμέσου του περιβάλλοντος. Οι ταλαντώσεις ενός σώματος που… …   Dictionary of Greek

  • θόρυβος — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται εμπειρικά κάθε ανεπιθύμητος ήχος. Ο ορισμός αυτός, ωστόσο, δεν είναι ακριβής, γιατί δεν αφορά μόνο τα φυσικά χαρακτηριστικά του ήχου, αλλά και τα φυσιολογικά και ψυχολογικά αποτελέσματα που προκαλεί ο θ. Το… …   Dictionary of Greek

  • ωτοειδής — ές / ὠτοειδής, ές, ΝΑ όμοιος με αφτί, αυτός που έχει το σχήμα τού αφτιού νεοελλ. φρ. «ωτοειδές ιστίο» ναυτ. τριγωνικό τραπεζόσχημο ιστίο που χρησιμοποιείται σε στενές λέμβους ή σε μεγαλύτερα ιστιοφόρα, κν. αφτί ή ψάθα. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὖς*, ὠτός… …   Dictionary of Greek

  • ακοομετρία — Σύνολο πειραματικών μεθόδων, οι οποίες επιτρέπουν να προσδιοριστεί ποσοτικά η ακουστική ικανότητα ενός ατόμου. Με τη στενή του έννοια, ο όρος σημαίνει έναν περιορισμένο αριθμό μεθόδων μέτρησης και ιδιαίτερα αυτές που μπορούν να προσφέρουν σε έναν …   Dictionary of Greek

  • ακρόαση — Το να ακούει κανείς προσεκτικά κάποιον που μιλάει (από το ρήμα ακροάομαι ώμαι). Σημαίνει επίσης την υποδοχή, σε προκαθορισμένο χρόνο, από μια αρχή, πρόεδρο, υπουργό, διευθυντή κλπ. ενός προσώπου που θέλει να υποβάλει μια αίτηση, παράπονα κλπ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.